Ο Μπομπ Ντύλαν και το καλύτερο τραγούδι που τραγουδήθηκε ποτέ.

του Μιχάλη Καλούπη
11350415_1448408962122092_3473501894203302849_n

Μία φίλη κάποτε με ρώτησε ποιο είναι το αγαπημένο μου τραγούδι και σχεδόν ξαφνιάστηκα με το πόσο άμεσα και εύκολα πήγε το μυαλό μου στο συγκεκριμένο.

«Ένα τραγούδι που λέγεται  Mr. Tambourine Man, είναι του Bob Dylan, από μία live ασπρόμαυρη εκτέλεση του 64′ στην Αμερική.»
«Γιατί έτσι;»
«Επειδή είναι η καλύτερη εκτέλεση τραγουδιού που έχει γίνει ποτέ.»
«Τόσο καλό είναι πια αυτό το τραγούδι;»
«Όχι τόσο. Ούτε πιάνει τίποτα ψηλές νότες και τα σχετικά. Πρέπει να είναι όμως το καλύτερο live που έγινε ποτέ, απ’όσα έχω δει.»
«Ε γιατί;»

Να σου εξηγήσω.

Το βίντεο αρχίζει με έναν κύριο να καλεί τον Μπομπ Ντύλαν στη σκηνή. Χωρίς φρου φρου κι αρώματα. Έχουμε κοντά μας τον Μπομπ Ντύλαν. Έλα Μπομπ να μας τραγουδήσεις.
Και να’τος, εμφανίζεται, φορτωμένος το πάρλορ κιθαρόνι του και μια φυσαρμόνικα, ξερακιανός με σηκωμένους ώμους, με το μαλλί του ανάστατο και την βόρεια προφορά του να ενημερώνει το κοινό για τον τίτλο του τραγουδιού που πρόκειται να παίξει.Η στάση του σώματός του και τα νευρικά γελάκια του φανερώνουν πως δεν είναι και ο πιο άνετος άνθρωπος στον κόσμο εκείνη τη στιγμή.
Όταν όμως αρχίζει να τραγουδάει αλλάζει το πράγμα. Ξαφνικά εκπμπέμπει τέτοια άνεση και τέτοια αρμονία που νιώθω πως η φωνή του μου περιγράφει την πιο μαγική ιστορία που έχει συμβεί, χωρίς καν να την καταλαβαίνω.

Τις πρώτες φορές δεν είχα δώσει καμία απολύτως σημασία στους στίχους καθώς με έχει συνεπάρει το βλέμμα του που κοίταζε συχνά χαμηλά ή στο άπειρο, η γαμψή του μύτη, η χωριάτικη προφορά του, ακόμα και οι ασπρόμαυρες αποχρώσεις του βίντεο έχουν κάτι το παραμυθένιο, όλα δένουν μεταξύ τους.
Όλη η οθόνη μου έχει γεμίσει με την αύρα μίας άλλης εποχής και μ’αρέσει για κάποιο ανεξήγητο λόγο.
Οι στίχοι εναλάσσονται γρήγορα, δε μπορώ να τους παρακολουθήσω.
Πιάνω λίγα πράγματα.Το τραγούδι καλεί κάποιον με ένα ντέφι καθώς φαίνεται (tambourine-man) να παίξει ένα τραγούδι.
Ο άνθρωπος με το ντέφι μάλλον ξεκινάει το τραγούδι του και όσο προχωράει η ιστορία, ξεχύνεται ένα σουρεαλιστικό μίγμα εικόνων και συναισθημάτων, σαν να παρακολουθείς ταινία κινουμένων σχεδίων ή επιστημονικής φαντασίας, χρώματα, μυρωδιές, ποτάμια και καπνοί.

«Then take me disappearin’ through the smoke rings of my mind
Down the foggy ruins of time, far past the frozen leaves
The haunted, frightened trees, out to the windy beach»

Η φίλη μου πάντως δεν έχει ενθουσιαστεί καθόλου.
«‘Ντάξει, καλό είναι, αλλά δεν τρελάθηκα κι όλας. Δεν καταλαβαίνω τί σ’αρέσει τόσο πολύ.»

«Ξαναβάλε το βίντεο και παρατήρησε καλά. Όχι μόνο το τραγούδι. Παρατήρησε.»
«Ψάχνω κάτι συγκεκριμένο;»
«Στη μέση του βίντεο. Περίπου στο τέταρτο λεπτό. Θα καταλάβεις αν παρατηρήσεις.»

Και εκεί λοιπόν στο τέταρτο λεπτό του βίντεο, όλο το μεγαλείο και η μαγεία της μουσικής ξεδιπλώνονται στην οθόνη σου.
Βάλε μία άνω τελεία στην ανάγνωση του κειμένου και πήγαινε να παρατηρήσεις κι εσύ.

Σοβαρά, περιμένω.

Δεν ξέρω τί παρατήρησες, αλλά θα σου πω τί παρατήρησα εγώ.
Γνωρίζοντας ότι ο Ντύλαν ηχογράφησε τον πρώτο δίσκο του το 1962 και το συγκεκριμένο βίντεο είναι του 1964 θα υποθέσω ότι δεν ήταν πια και η μεγαλύτερη φίρμα. Ήταν μάλλον ένας συμπαθητικός και άγουρος νέος που είχε κάνει το ξεπέταγμά του και τραγουδούσε τα τραγούδια του στο folk φεστιβάλ του Newport. Το ότι στο πέρασμα των χρόνων θα άλλαζε την έννοια της folk μουσικής, της λαϊκής αμερικάνικης μουσικής και θα έφτανε μέχρι το Νόμπελ Λογοτεχνίας γι’αυτό, είναι μία άλλη ιστορία.

Τί κάνει το live αυτό όμως τόσο μοναδικό;

Όσο προσεχτικά κι αν ψάξεις σε αυτά τα πλάνα του τέταρτου λεπτού, δεν θα βρεις ούτε έναν άνθρωπο -ούτε έναν- να μη συμμετέχει ευλαβικά σε αυτό που συμβαίνει εκείνη τη στιγμή με πρωταγωνιστή τον πιτσιρικά στη σκηνή.

Όλοι είναι εκεί. Όλοι.
Ξαπλωμένοι, καθισμένοι, γερμένοι πίσω, άνθρωποι που έχουν πάει να ακούσουν μουσική, να ακούσουν τις ιστορίες του κάθε Ντύλαν και ξέρεις τι;
Αυτό κάνουν. Ακούνε.
Με σεβασμό, με κατανόηση , με ειλικρίνεια.
Είναι όλοι εκεί. Κάτω από την ομπρέλα της μουσικής, μοιραζόμενοι ένα κοινό συναίσθημα, εκείνη τη στιγμή που ο άνθρωπος πάνω στη σκηνή ξεγυμνώνει τη ψυχή του και τους λέει για τις ιστορίες και τα ταξίδια του.

Έπειτα σκέφτομαι με πίκρα πόσο φτηνό, αδιάφορο και ανούσιο έχει καταντήσει να ακούγεται σήμερα αυτό.
Πώς όλοι περιμένουν -ή και όχι πολλές φορές- να τελειώσει ο άνθρωπος στη σκηνή να τους επικοινωνεί αυτά που δεν ακούνε καν, να τελειώσει αυτή η αναγκαία ταλαιπωρία,ώστε να επιστρέψουν στο φλερτ τους, ή στην κουβέντα τους, ή στο κινητό τους.

Εκείνοι οι άνθρωποι όμως εκείνη τη μέρα, έζησαν τη μουσική με τον πιο δυνατό και ολοκληρωτικό τρόπο που έχει υπάρξει.
Εκείνη ήταν η μέρα που η μουσική εκπλήρωσε τον σκοπό της.

Απομεινάρια μιας εποχής που οι άνθρωποι ακόμα επικοινωνούσαν με τους πιο αληθινούς και άμεσους τρόπους.

«Κατάλαβες…;»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s