μεσοπέλαγα – μ . κ .

μκ
I
Μου’λεγες πάντα: ονειρέψου!

κι εγώ έκλεινα τα μάτια κι ονειρευόμουν
μια βάρκα μικρή με τ’όνομά σου, ξεφτισμένη
απ’την αλμύρα, με κουπιά κίτρινα και κορμί σμαραγδένιο.
σ’έστηνα πάντα ν’ανασαίνεις ήρεμα πάνω στα κύματα, πίσω απ’τους βράχους στο λιμανάκι
και δε σε χόρταινα ποτέ.

Οι ανατολές, τα καλοκαίρια,
ο αξάνεμος, τα δειλινά·
όλα δικά σου, όλα από σένα,
όλα εσύ·
και τα σώματα μας σκοινιά δεμένα, σαν από πάντα,
σαν αλήθεια,

λύτρωση.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

II
Προτού να σε βρω, σ’αντάμωσα σε βιβλία πολλά.
σε γράμματα μουσκεμένα,
σε χαρακιές
πάνω σε δέντρα γέρικα, πάνω σε παγκάκια,
πάνω σε χέρια –
σε χιλιάδες «για πάντα» και
«ποτέ».
Σε γνώρισα με μορφές αλλιώτικες σ’εποχές μακρυνές.
σαν άλλος κι εγώ.
Πότε σε ζητούσα Αρετούσα, πότε σε έκλαιγα Ιθάκη,
πότε σ’έψαχνα Ιουλιέττα·
και σεργιάνισα μέσα σου πολύ, ώστε βέβαιος πια είμαι
πως γεννήθηκες στο τώρα
ίδια κι απαράλλαχτη,
στους αιώνες και στις εποχές ανέγγιχτη,
άθικτη από πάντα.

σε καρτερούσα καιρό μέσα μου κρυμμένη,

μη ρωτάς πολύ.
γιατί ο έρωτας, σα μικρό παιδί
δε ξέρει από τα μεγάλα ερωτήματα·

-θέλεις;

-θέλω κι εγώ.
έτσι να’ναι ο έρωτας.
σαν παιδί.

Έπεφτες φύλλο ανέμελο -θυμάσαι; κι εγώ πάντα φυσούσα
και σε έπαιρνα,
σε γύριζα και σ’έκρυβα να σε γλιτώσω απ’τον κόσμο.


III
Στη μπουγάδα της μάνας
που χορεύει φρέσκια, κόντρα του βοριά,
σε ασπρισμένα ξωκλήσια ερημικά και σε μάτια μεγάλα.
στα μακρυνά ταξίδια που έρχονται,
στα αληθινά του κόσμου,
στην φτώχια, στην αρρώστια,
στην αδικία,
όπου πεθαίνει και γεννιέται ο άνθρωπος εκεί σε βρίσκω να κουρνιάζεις
και τραγουδώ για σένα.

γι’αυτό γεννήθηκα  άλλωστε,
για να σου τραγουδώ-
μου’ναι αρκετό.


IV
Τα πιο μεγάλα λόγια μου, τα’ χω φυλάξει μέσα μου βαθιά
και τα κρατώ για σένα,
θησαυρούς πολύτιμους σε σεντούκια παλιά, σαρακωμένα,
αφού άλλο τίποτα δε χωρά την εικόνα σου
παρά μονάχα τα πάντα μου·
και παραπάνω δε ζητώ,
παραπάνω δε ψάχνω γιατί τρέμω
να χαθώ μέσα σου,
να σε χάσω μέσα μου,
ή μοναχή να σ’αφήσω σε χέρια ξένα.

στο γυαλό που μέσα μου θεριεύει, καθάρια και τέλεια καθρεφτίζεσαι,
πάνω στα κύματα που έρχονται πελώρια,
στη φουσκοθαλασσιά,
εκεί βουτώ και σε παίρνω, και σε τραβώ,
και πνίγομαι,
απελπισμένος, γεμάτος από σένα, τόσο
που οι λέξεις όλες τελειώνουν στη σκέψη σου,
τόσο που μιλώ για σένα και δεν έχω άλλο να πω,
άλλο να κάνω, άλλο να αγγίξω,

είναι στιγμές που με ταράζεις
όπως το βότσαλο χτυπά τη μπουνάτσα
όπως ο αέρας χορεύει τα κυκλάμινα στα παρτέρια
δίχως έλεος,
δίχως χάρη καμιά,
στιγμές που το σύμπαν όλο τρέμει, εκρήγνυται κι ύστερα κρύβεται
στην πράσινη κόρη του ματιού σου,
στιγμές που μοσχοβολώ την ανάσα σου
κι ο έρωτάς μου στάζει απάνω στο χαρτί κατακλυσμιαίος,
αδέξιος, γεμίζοντας φύλλα παρθένα και αθώα.

V
Τέτοια ήταν η στιγμή· η βάρκούλα με τ’όνομά σου
ανοιγμένη μεσοπέλαγα ,
το κύμα νανούρισμα απαλό
κι εμείς επλέαμε
αντικριστά στη κούνια της θαλάσσης,
-μια απε δω, μια απε κει·
τα κουπιά πεσμένα χάμε, αγκαλιά κι αυτά, αποκαμωμένα.
το φεγγαράκι στους ώμους μας κρεμασμένο
κι η ώχρα του -θυμάμαι- ξέβαφε απάνω στο βλέμμα σου.

εκεί πήρα το φιλί σου,
κι όταν ξεκλείδωσα τα μάτια από ύπνο βαθύ, σε ξεφύσησα βαριά
μέσα από χείλη μουσκεμένα και πικρά.

έπειτα, καμιά αλήθεια δεν ήταν ικανή πια να σε φτάσει.


Ονειρέψου! – μου’λεγες,

κι εγώ έκλεινα τα μάτια κι ονειρευόμουν
μια βάρκα μικρή με τ’όνομά σου.
έκλεινα τα μάτια κι ονειρευόμουν τον παράδεισο,
σφάλιζα τα μάτια και σ’ονειρευόμουν.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s