Ενας σκυλος που τον ελεγαν Τεσλα

Αυτος εδώ ειναι ο Τέσλα και θα σας διηγηθώ την ιστορία του. Λίγοι θα τη διαβασουν, λιγότεροι θα συγκινηθούν, μα όπως και να χει, να η ιστορία. 

Το σκηνικο μας ειναι μια Αθήνα πνιγμένη σ αυτη τη γλυκιά μυρωδια του νοτισμένου χώματος, αυτής που φερνει η φθινοπωρινή υγρασία μαζι με τα πρωτοβρόχια.

Κατέβηκα προς το Θησειο ντυμένος καλά, ίσως περισσότερο απο όσο χρειαζόταν, όπως την πατάνε σχεδόν όλοι τις πρώτες μέρες του Νοέμβρη, οπου ο καιρός δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν θέλει να φορέσει ζέστη ή ψύχρα. Ανηφορίζω συχνά προς τον πεζόδρομο όπου σήμερα και για χάρη του φόντου της ιστορίας μας, ενα ζευγάρι περπαταει μπροστα μου πιασμενο αγκαζέ, ανταλλάσοντας από ενα πεταχτό φιλί καθε τοσο, μια μικρή κυρία κρατώντας ενα μπαλονι που απεικονιζει μια ροζ γατα κλαψουριζει προς τη μητερα της και οι μικροπωλητες στηνουν τους πάγκους τους μεσα σε μια συναινετική σιωπή. Η Αθηνα δεν εχει ξυπνήσει ακομα, κάπου κάπου ακουγεται ενα ξερο βηξιμο ή ενα φτάρνισμα κι έπειτα πάλι σιωπή.

Ανάμεσα στους πάγκους με τα μπιχλιμπιδια, τα κομπολογια και τα ξεχασμένα κέρματ, ξεχωρίζει ο πάγκος του κυρ Γιάννη απο τη μυρωδιά, όντας ο μοναδικος στην περιοχή που εμπορεύεται τροφιμα. Τα κουλούρια του ειναι παντα ζεστά και τακτοποιημενα. Φοράει συχνα έναν πράσινο, μάλλινο σκούφο που μαλλον τον ζεσταίνει κι αυτο φαινεται στα αναψοκοκκινισμενα ζυγωματικα του, ενω σημερα, το ξεφτισμενο τζιν του και το γκριζο πανωφορι του ταιριαζουν με τον συννεφιασμενο ουρανο της Αττικής.  

Συχνά σταματω στον παγκο του και ανταλασσουμε δυο κουβέντες, αγοραζω το κουλουρι του περισσότερο για να τον ενισχύσω μιας και το σουσαμι μου ξετιναζει το στομαχι και σπάνια το τρωω, αλλα οι κουβεντες μας αξιζουν παραπάνω απο τα 50 σεντς και θα το ελεγε κανεις μια δικαιη συναλλαγή. Που και που με κερναει, δε θελει να με φαλιρισει και μενα λέει, κι εγώ την αλλη μερα επιστρέφω με καφέ σε αντάλλαγμα, μια συμβαση που εχουμε βρει πολυ βολική. 

Οπως ολοι οι μικροπωλητες κουβαλανε την ξεχωριστή ιστορια τους που εχει παντα μεγαλύτερο  ενδιαφερον απο τις βαρετες και ανοστες ζωες μας στα γραφεια και μπροστά απο υπολογιστές, ετσι κι ο Γιαννης έχει τη δική του, την οποια τυχαινει να γνωρίζω. Η κορμοστασια του, με το παχύ μούσι του και το μεγαλο κούτελο, οι γεροδεμενες πλατες και τα τραχια χερια του, σου δινουν την αισθηση ενος αρχοντικού άντρα, ο οποιος σου αποπνέει αυθορμητα εναν σεβασμό πριν καν συναναστραφειτε. Ξεπεσε απο τα παθη του κι αυτος, οπως πολλοί. Αλλοι στα ναρκωτικα, αλλοι πιοτό, άλλοι για γυναικες, ο Γιαννης ειχε τον τζόγο. Ηταν τυχερος αλλες φορες, μα ενα βραδυ του φτασε για να χάσει σπιτι, γυναικα κι επιχειρηση. Μονάχα ο σκυλος του ο Τεσλα του μεινε πιστος, επειδη οι σκυλοι δεν καταλαβαίνουν απο τέτοια κι ακομα ως σημερα περιτριγυριζει φυλακας του πάγκου, οπου Γιαννης και Τεσλα θεωρουν πως κανουν πλέον τη σημαντικοτερη δουλειά στον κοσμο.

 Σε μια απο τις κουβέντες μας ο Γιαννης μου εκμυστηρευτηκε:

» Τα θελα και τα παθα. Ας προσεχα. Στο διαολο και τα σπιτια και τα λεφτα,στου θεου την ευχη και η κυρά. Μοναχα ρε γιε μου, μοναχα τη δουλεια λυπαμαι, μοναχα γι αυτηνε με πιανει το παράπονο καμια φορα, τα βραδια στο κρεβατι.. Οχι για μενα, οχι, μα τα παιδιά που ειχα στη δούλεψή μου, τους αφησα όλους άνεργους, κι η Μαιρη ειχε γεννήσει τον προηγούμενο μηνα, το κερατο μου μεσα, γαμώ..» Με κάρφωσε στα μάτια και τα δικά του άνοιξαν διάπλατα, σαν να προσπαθούσε να στραγγίξει το υγρό που ετοιμαζοτανε να στάξει από τα βλέφαρα, σαν να ζητούσε συγχώρεση απο κάποιον, έψαχνε τη λύτρωσή του. Έπειτα ήρθε θαρρεις η ντροπή κι έστρεψε αλλού το βλέμμα, χαμηλότερα, να μη δω πως δεν άντεξε πια και βούρκωσε.

Καπου καπου περναει ο Τεσλα και μου κουνάει την ουρά. Ειναι κι αυτος σαν το αφεντικό του, αρχοντικος,με το μαυρο του τριχωμα λαμπερο και τα μουστακια του, θα λεγαν οι σκυλιτσες αν είχαν μιλιά, γοητευτικα ξασπρισμενα. Μπορει να πέρασαν τα χρόνια, θα ναι 10 ή 11 οπως υπολογίζω, ομως πασχιζει να το κρυβει σαν άλλη ασυμβίβαστη ηλικιωμένη μανταμ που δεν παραδεχεται την αρθριτιδα της κι επιμενει να τριγυρνα με τακούνια. Ετσι κι ο Τέσλα κάνει να τρεξει που και που, μα πονά ο κακομοίρης και γρήγορα σταματά, τάχα μου να μυρίσει την άσφαλτο. Ειναι παχουλός, καθως αγαπητός σε όλη την περιοχή, μα και πονηρός αφου ξερει που να παει να κανει χαδια για να κερδίσει φαγητό :

Πρωι στο φουρνο, μεσημέρι στον Μανωλη τον χασαπη, βραδυ στις ταβέρνες. Και το παίρνει πολυ στα σοβαρα το πρόγραμμα του ο Τεσλα, σπανια χανει γεύμα. 

Καμια φορα τους κοιτώ απο μακρυά, πριν με παρουν χαμπαρι, βλεπω τον Γιαννη να χαιδευει στοργικα με το βλεμμα του το σκυλι και καπου-καπου να χάνεται, η ματιά του σκαλώνει στο προσωπο του σκυλου και λεω πως φοβάται μην τον αφησει κι ο Τεσλα οπως τον αφησανε ολοι, ετουτος οχι απο επιλογη, μα απο τα χρονια, που περνανε πανω απο ανθρωπους και ζωα διχως έλεος κανένα.

~

Σαν γύρισα στην Αθηνα και ανηφορισα προς το Θησειο, θα ηταν η πρωτη φορα εδω και πολυ καιρο, που κανενα χερι δε σηκωθηκε να με καλωσορίσει πλησιαζοντας τον πάγκο. Αστειευομουν παντα και του λεγα πως οταν με χαιρετα με τα χερια στον αερα μοιαζει με ναυαγο καταμεσις του πελαγου κι εκεινος μου λεγε , «καλα τα λες, κουνω το χερι σαν ναυαγός γιατι αλήθεια πνίγομαι καμια φορά εδωνα μεσα, γαμημενο τσιμέντο..». Σήμερα ο φιλος μου ο ναυαγός ηταν άφαντος.

Ο Γιαννης έφυγε στον υπνο του -οπως με ενημέρωσαν οι γειτονικοί πλανόδιοι πωλητές- οπως ακριβώς ζουσε τα τελευταία χρόνια της ζωης του : ήσυχα και μοναχικά. Σε μια μακαβρια σκέψη που έκανα, είδα τον γέρο να σβήνει χαμογελαστός, ονειρευόμενος λιγο πριν την τελευταία πνοή του τη συγχώρεση που τοσο πολυ λαχταρούσε απο αυτούς που πρόδωσε και προδώθηκε. Γιατί άλλωστε να είναι τόσο αδικη η ζωή και να μη μας αποχαιρετά με καλοσύνη επειτα απο ολα τα βάσανα που μας κέρασε;

Και μπροστά στο πάγκο, όρθιος και ακίνητος στεκόταν ο Τέσλα, με το μαύρο του τρίχωμά πιο ταιριαστό απο ποτέ και αυτή τη βαθιά θλίψη στα καστανά μάτια του που μόνο ο άνθρωπος μπορεί να προκαλεσει στα ζώα. Ισως να μην είχε πάει στο φουρνο για το πρωινό του, αφου ειχε ερθει από νωρίς, επωμισμενος την ευθύνη να ανοίξει το κατάστημα τώρα που έλειπε πια το αφεντικό του, ωστε να μη λείψει από κανέναν το πρωινό του κουλούρι. Ηταν πολύ σημαντική δουλειά, το ηξερε ο Τεσλα, κι οταν πλησίασα δεν κούνησε την ουρά του ως συνήθως, μόνο με κοίταξε ικετευτικά και λίγο ντροπιασμένα, τα πραγματα ειχαν αλλαξει, είχε αναλλαβει πια ευθυνες και με κοιτουσε σιωπηλός ζητώντας βοήθεια να τα βγάλει πέρα με τα κουλούρια που θα πέφτανε θαρρείς σε λίγο απο τον ουρανό. 

Μ.Κ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s