«Ένας σκύλος που τον έλεγαν Τέσλα»

Μιχάλης Καλούπης

Ντυμένος με τα πιο ζεστά ρούχα που διέθετε η γκαρνταρόμπα του –ένα μαύρο ζιβάγκο,δώρο της μητέρας του,και ένα βαμβακερό μπορντό παντελόνι- κατέβηκε από τα σκαλιά του 2ου ορόφου έως το ισόγειο. Ανηφόρισε τον στενό δρόμο προς τον ηλεκτρικό σταθμό του Θησείου και έστριψε δεξιά,συνεχίζοντας προς τις καφετέριες της περιοχης. Ο παγωμένος αέρας που έφτανε τσουχτερός μέσα από το πάρκο στα αριστερά του έκανε τα μάγουλά του να καίνε και προσπάθησε να κουρνιάσει περισσότερο ανάμεσα στον ανασηκωμένο γιακά της καμπαρντίνας του.
Αρκετός κόσμος είχε αρχίσει ηδη να πηγαινοέρχεται στον πεζόδρομο αψηφώντας την παγωνιά. Δύο νέοι,όχι πάνω από 20 χρονών,περπατούσαν μπροστά του πιασμένοι αγκαζέ ανταλλάσσοντας από ένα τρυφερό φιλί κάθε λίγο. Πιο μπροστά, ένα μικρό κορίτσι ούρλιαζε προς τη μητέρα του για έναν ανεξήγητο λόγο, κρατώντας ένα μπαλόνι με τη μορφή μιας ροζ γάτας, ενω οι μικροπωλητές τριγύρω, απτόητοι από την παγωνιά και την πιθανότητα βροχής,είχαν στήσει τους πάγκους τους και χαμογελούσαν στους περαστικούς. Ανάμεσά τους μία γνώριμη μεγαλοσωμη φιγούρα τον εντόπισε και άρχισε να κουνάει με ενθουσιασμό το χέρι του για να γίνει ορατός, σαν ναυαγός καταμεσής του πελάγου προς τους σωτήρες του.Ο Θάνος πλησίασε στον πάγκο χαμογελώντας πλατιά και αβίαστα.
«Γεια σου κυρ Γιάννη,καλημέρα.»
«Καλημέρα αγόρι μου,καλώς τόνε, καλώς τόνε»,απάντησε ο ηλικιωμένος με έναν ειλικρινή ευδιάθετο τόνο, χαμογελώντας κάτω από τα πυκνά γένια του πραγμα που τα εκανε να σαλεύουν λιγάκι αστεία, σαν μια ενιαία μάζα, ανεξάρτητη από το υπόλοιπο πρόσωπό του.

Ένας σκουροπράσινος μάλλινος σκούφος στόλιζε το κεφάλι του και έμοιαζε να τον ζεσταίνει καθώς τα ζυγωματικά του ήταν αναψοκοκκινισμένα από την ετοιμασία του πάγκου του. Ηταν φανερο πως ειχε σπαταλήσει αρκετό χρόνο για να στήσει με ευλάβεια τα κουλούρια του που ακόμη άχνιζαν, με το καθε του αγγιγμα να ειναι τρυφερό σαν στοργικής μητερας.Φορούσε ένα παλιο ξεβαμμένο τζιν και ένα γκριζωπό πανοφώρι που ταίριαζε με τον ουρανό.
Τον ήξερε τον Γιάννη από τις πρώτες μέρες που ήρθε στην Αθήνα ο Θάνος.Πάντα στο ίδιο σημείο έστηνε τον πάγκο του και στόλιζε όλη την περιοχή με ένα χαμόγελό πιο γνήσιο από οποιαδήποτε άλλη ανθρώπινη συμπεριφορά που είχε συναντήσει στην πρωτεύουσα. Πάντα πρόσχαρος και εύθυμος,είχε μια καλή κουβέντα για όλους.Το συμπαθητικό παρουσιαστικό του σε συνδυασμό με την ήρεμη ματιά του, σου έδινε την εικόνα ενός αρχοντικού και μορφωμένου ανθρώπου που είχε ξεπέσει από μια αναποδιά της ζωής. «Μια στραβή ζαριά»,όπως έλεγε ο Γιάννης,κι έτσι ήταν.Είχε οσα θα ηθελε κανείς – τη γυναίκα του,μια καλή δουλειά κι έναν καλό φίλο,τον σκύλο του τον Τέσλα. Είχε και την αρρώστια του όμως οπως καθε τραγικος ηρωας. Ο τζόγος του κατέστρεψε τη ζωή και του πήρε τα πάντα σε μία νύχτα μόνο, κυριολεκτικά.Έχασε το σπίτι του,τα όποια χρήματα είχε στην ακρη και μαζί και τη γυναίκα του. Η μικρή βιοτεχνία του η οποία και φαλίρισε μαζί του ηταν το τελειωτικο χτυπημα.Μόνο ο Τέσλα του έμεινε πιστός,γιατί οι σκύλοι δεν καταλαβαίνουν από τέτοια,και περιτριγύριζε ακόμα και σήμερα σαν φύλακας του πάγκου, δίχως να παραπονεθεί ποτέ για τις λιγότερες πια ανέσεις του. Τα ήξερε αυτά ο Θάνος από άλλους, του τα είχε πει κι ο Γιάννης όμως, σαν επιβεβαίωση της φήμης που τον συνόδευε.
«Δε με πείραξε που έχασα τη γυναίκα μου,το σπίτι και τα λεφτά»,του’χε εκμυστηρευτεί μια μέρα,«Τα θελα και τα’ παθα, τα λάθη και τα πάθη μας να τα πληρώνουμε.»τον κοίταξε στα μάτια και η ειλικρίνειά του ξεχείλιζε. «Το μόνο που με πείραξε γιε μου είναι που χρεοκόπησα την επιχείρησή μου και άφησα ξαφνικά εξι οικογένειες στο δρόμο.»
Ο γέρος έμεινε να κοιτάζει για λίγο τον Θάνο κατ’ευθείαν στα μάτια ενώ τα δικά του είχαν ανοίξει διάπλατα, σαν να ζητούσε συγχώρεση από κάποιον, από τον οποιονδήποτε, σαν να έψαχνε μια λύτρωση. Έπειτα ήρθε θαρρείς η ντροπή και έστρεψε το βλέμμα του χαμηλά, έτοιμος να βουρκώσει. Ο Θάνος του χαμογέλασε και τον έσφιξε συμπονετικά στον ώμο,ταρακουνώντας τον. Τον συμπαθούσε πολύ τον Γιάννη.
Εντωμεταξύ,ο Τέσλα που μέχρι εκείνη την ώρα έκοβε βόλτες στους διπλανούς πάγκους είχε αντιληφθεί τη γνώριμη φιγούρα του Θάνου,ή είχε μυρίσει το χαρακτηριστικό του άρωμα,ποιος ξέρει,και πλησίασε κουνώντας την ουρά του.
«Καλώς τον γεροΤέσλα!» έκανε ο Θάνος δήθεν ξαφνιασμένα ,αφού τον είχε δει να πλησιάζει και χάϊδεψε το μαύρο σκυλί που έκλεισε τα μάτια του ως ένδειξη ικανοποίησης.
Ήταν κι ο Τέσλα σαν το αφεντικό του,αρχοντικός.Τα χρόνια τον είχαν κάνει να δείχνει κουρασμένος,όπως υπολόγιζε ο Θάνος θα ήταν 10 ή 11 χρονών,όμως πάσχιζε να το κρύψει σαν άλλη πλούσια κυρία που δεν δέχονταν να συμβιβαστεί με την ηλικία της. Ήλεγχε κάθε έναν που πλησίαζε τον πάγκο τους και αν δεν έδινε την άδειά του μυρίζοντάς τον, ο πελάτης δεν εξυπηρετούνταν.Ήταν καλοθρεμμένος καθώς αγαπητός σε όλους στην περιοχή,αλλά και πονηρός,αφού ήξερε πού και πότε να πάει να κάνει τα νάζια του για να κερδίσει φαγητό·
Πρωί στο φούρνο. 

Απόγευμα στο χασάπικο.

 Βράδυ έξω από τις ταβέρνες.

Ο Τέσλα έπαιρνε πολύ στα σοβαρά το πρόγραμμά του.
«Γέρασε ο Τέσλα αγόρι μου,γέρασε καλά..Φοβάμαι μη μ’αφήσει και τούτος καμιά μέρα…»
Σταμάτησε απότομα και το βλέμμα του χάιδεψε στοργικά τον σκύλο του.Φάνηκε να χάνεται για μια στιγμή. Θα σκεφτόταν όσους άλλους τον είχαν αφήσει από καιρό.
«Μη σκας,είναι γερό σκαρί, σαν εσένα.»
Πήρε το κουλούρι από τον γέρο και κοίταξε το σκυλί που του έκανε χαρές, φέρνοντας τη μουσούδα του στη παλάμη του. Ίσως και να διαισθάνθηκε πως ο Θάνος είχε ξυλιάσει και προσπαθούσε να του ζεστάνει τα χέρια με τα χνώτα του. Ίσως τα σκυλιά να καταλαβαίνουν πάντα πολλά περισσότερα από όσα νομίζουμε.

«Είναι ζεστά ακόμα τα κουλουρακια,θα το ευχαριστηθείς!》. Τα μάτια του γέρου  φανέρωσαν τον γνωστό ειλικρινή ενθουσιασμό του, λες και η ικανοποίηση του πελάτη από το κουλούρι του ήταν το πιο σοβαρό πράγμα στον κόσμο. Γι’αυτόν, ίσως και να ήταν.

«Είμαι σίγουρος!» είπε ενοχικά ο Θάνος.Δεν είχε βρει ποτέ το κουράγιο να πει ή να δείξει στον Γιαννη πως το κουλούρι του κάθε φορά γινόταν τροφή για τα περιστέρια,καθώς το σουσάμι που είχε τίναζε στον αέρα το στομάχι του και δεν μπορούσε να το φάει.
Αποχαιρετίστηκαν και ο Θάνος με το κουλούρι πλέον σε μία πλαστική διάφανη σακούλα συνέχισε τον δρόμο του,κάνοντας μανούβρες μέσα από το πλήθος που είχε πολλαπλασιαστεί θαρρείς σε 2 λεπτά.

Δύο ή τρεις μέρες αργότερα, ανηφορίζοντας προς το Θησείο, θα ήταν ίσως η πρώτη φορά εδώ και πάρα πολύ καιρό που κανένα χέρι δεν υψώθηκε να τον χαιρετήσει. Η μεγαλόσωμη μορφή του κυρ Γιάννη δε φαινόταν πουθενά και δεν έφταιγε γι’ αυτό η χειμερινή καταχνιά. Του φάνηκε λες και ο δρόμος ήταν ξένος, σαν να είχαν αλλάξει χρώμα οι τοίχοι ή θέσεις τα δέντρα. Πλησιάζοντας ο πάγκος ήταν όντως άδειος. Ο κυρ Γιάννης είχε φύγει στον ύπνο του όπως έμαθε από τους διπλανούς πωλητές, ήσυχα, διακριτικά και μοναχικά, όπως ακριβώς ζούσε τα τελευταία χρόνια. Σε μία μακάβρια σκέψη που δε μπορούσε να διώξει από κεφάλι του, ο Θάνος φαντάστηκε τον γλυκό γεράκο να σβήνει ονειρευόμενος στον ύπνο του τη συγχώρεση που τόσο λαχταρούσε από τα πρόσωπα που αγάπησε, που πρόδωσε και προδώθηκε με ένα μικρό χαμόγελο στο ταλαιπωρημένο του πρόσωπο. Δε μπορούσε να κάνει και διαφορετική εικόνα άλλωστε μιας και συνειδητοποίησε, συγκρατώντας ένα δάκρυ, πως ποτέ δεν είχε δει τον ευγενικό γέρο κατσούφη ή θυμωμένο.
Μπροστά στο πάγκο, όρθιος και ακίνητος στεκόταν ο Τέσλα με το μαύρο τρίχωμά του πιο ταιριαστό από ποτέ και αυτή τη βαθιά θλίψη στα μάτια του που μόνο ο άνθρωπος μπορεί να προκαλέσει στα ζώα. Ίσως να μην είχε πάει στο φούρνο για το πρωινό του, αφού ήρθε από νωρίς επωμισμένος την ευθύνη να ανοίξει το κατάστημα τώρα που έλειπε πια το αφεντικό ώστε να μη λείψει από κανέναν το πρωινό του κουλούρι. Ήταν πολύ σημαντική δουλειά, το ήξερε ο Τέσλα, ο πάγκος έπρεπε να δουλέψει μα, ποιος θα αγόραζε κουλούρι από έναν σκύλο;
Κι όταν ο Θάνος τον πλησίασε, ο Τέσλα δεν πήγε να του κάνει τις γνωστές ανέμελες χαρές του ή να κουνήσει την ουρά του, τα πράγματα πια είχαν αλλάξει, είχε αναλάβει ευθύνες και τον κοίταξε ικετευτικά ζητώντας βοήθεια για να τα βγάλει πέρα με τα κουλούρια που που θα έπεφταν θαρρείς σε λίγο από τον ουρανό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s