Άκου,ηλίθιε. – του Μιχάλη Καλούπη

Πίσω από οθόνες κινητών και υπολογιστών, βρίσκεται νεκρή η ανθρώπινη φύση μας, ξεχασμένη και κρύα.
Μπροστά από τις οθόνες, βρίσκεσαι νεκρός κι εσύ.

Δε σου καίγεται καρφί να ζήσεις τη ζωή σου, εγώ το ξέρω μα το χειρότερο είναι πως δεν το ξέρεις εσύ, εκεί καταλήγω. Είσαι σε μια φυλακή με κάγκελα αόρατα και μέχρι να τα διακρίνεις δε γνωρίζεις καν ότι είσαι φυλακισμένος. Κι όσο περισσότερο αργείς να τα διακρίνεις, τόσο αυτά ξεθωριάζουν και γίνονται ένα με το περιβάλλον σου, αφήνοντάς σε να ζεις μια πλάνα ζωή,εκεί όπου το κινητό έχει μεγαλύτερη αξία από ένα χάδι.

Κατάφερα να προσδιορίσω ποιο είναι αυτό το συναίσθημα που νιώθω όταν σε βλέπω να ευτελίζεις τη ζωή σου, όταν χαριεντίζεσαι καθημερινά στα μπαρ και κακοπροαίρετα κουτσομπολεύεις τη γειτονιά, όταν φοράς τη φουστανέλα και τα τσαρούχια σου και «αράζεις για καφέ»- αυτό θα’χεις να λες στα εγγόνια σου πως έκανες στα νιάτα σου.

Κατάφερα να διακρίνω και να κατανοήσω την περσόνα που έχεις οικοδομήσει με τόσο κόπο και σχολαστικότητα ,κι αφού εσύ στέκεσαι μπροστά στον καθρέφτη κι απέναντί σου δεν γνωρίζεις ποιον έχεις, θα σου πω εγώ.
Θα σου πω ποιος είσαι όταν φοράς το προσωπείο σου και μπαίνεις στο facebook.

Σε φωτογραφίζω. Να’σαι.
Ο καναπές γύρω από μια θάλασσα ψίχουλα έχει πάρει το σχήμα του κώλου σου, μασουλάς ξαπλωμένος και βρώμικος απέναντι από την τηλεόραση και τολμάς να κατηγορείς τους πάντες εκτός από τον κύριο υπεύθυνο.

Για σένα λέω.

Νόμιζα πως σε σιχαινόμουν, με έκανες να κατηγορήσω τον εαυτό μου ως φτηνό άνθρωπο, όταν σε στιγμές σύγχυσης φανταζόμουν να ζητάω μέχρι και το κακό σου, και να τρελαίνομαι επειδή δε μπορούσα να αντιληφθώ το γιατί.
Γιατί να με πειράζει τόσο πολύ που εσύ δε ζεις, που είσαι ο απτόητος και άθικτος Μαλάκας, που όσα επιχειρήματα κι αν σου αραδιαστούν θα τα προσπεράσεις με το «ναι καλά ντάξει» και τίποτα δε μπορεί να σε αγγίξει;

Δε σε νοιάζει για τους ανθρώπους που πνίγονται εκεί που παίζεις ρακέτες, σε νοιάζει να στολίσεις πάλι το προφίλ σου με τον νεκρό Αϊλάν -τον θυμάσαι μαλάκα;-, επειδή ανάμεσα σε όλα τα άλλα νεκρά παιδιά και τους πνιγμένους γονείς τους,τούτο ήταν ομορφούλικο και φορούσε πολύχρωμα ρούχα και μετά από το κύμα φιλευσπλαχνίας που αμόλυσες, ένιωθες σαν τη Μητέρα Τερέζα.

Δε σε νοιάζει για τη ζωή του διπλανού σου που δεν ύψωσες ποτέ τη φωνή σου να υπερασπιστείς, αλλά σε νοιάζει να εναποθέτεις ανθοδέσμες ιντερνετικές στα μνήματα των Γιακουμάκηδων του κόσμου, ενώ τον Γιακουμάκη τον γείτονά σου κάνεις πως δεν τον ξέρεις, επειδή «δεν έχεις πρόβλημα, αλλά δεν θες να κάνει παρέα και με τα παιδιά σου».

Με είχες προβληματίσει πολύ μαλάκα, νόμιζα πως σε μισούσα.
Τελικά όμως όλα συνοψίζονται σε μία απλή λέξη, ένα συναίσθημα που δεν κατανοούσα μέχρι τώρα.
Περιφρόνηση.
Νιώθω βαθιά περιφρόνηση για τη φτηνή ζωή που ζεις, κι ας μη το καταλαβαίνεις.

Κι ας μη σ’αγγίζει η αναισθησία σου,βολεύεσαι με το να παίρνεις ιντερνετικές πρέζες αυτοϊκανοποίησης μετρώντας τα «μου αρέσει» που έχει το νεκρό παιδί που στόλισες.
Όλα γι’αυτό γίνονται.

Δε σε νοιάζει τί κάνεις.
Δε σε νοιάζει ο λόγος που το κάνεις.
Σε νοιάζει μονάχα να δείχνεις στους άγνωστους ιντερνετικούς σου φίλους ότι κάτι έκανες.
Και νιώθεις σπουδαίος ηλίθιε.

«Μην αισθάνεσαι ζήλεια για την ευτυχία αυτών που ζουν σε παραδείσους ανόητων, γιατί μόνο ένας ανόητος θα νόμιζε ότι αυτό είναι ευτυχία.»
~Μπέρντραντ Ράσελ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s